Άρθρο:

Therapy-speak: Όταν όλοι μιλάνε σαν ψυχολόγοι.

27/8/26
5
min

Όταν η ψυχολογία γίνεται trend

Gaslighting, narcissist, trauma, boundaries, attachment issues κ.α. Η γλώσσα της ψυχολογίας έχει περάσει από τα βιβλία και τις θεραπευτικές συνεδρίες, στο TikTok, το Instagram και στις καθημερινές μας συζητήσεις. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η γλώσσα καταλήγει να χρησιμοποιείται λάθος;

‍Τι είναι το therapy-speak;

Ο όρος therapy-speak χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μεταφορά όρων και εννοιών της ψυχολογίας στην καθημερινή μας επικοινωνία. Λέξεις όπως gaslighting, narcissism, boundaries, trauma και attachment έχουν πλέον περάσει από το θεραπευτικό δωμάτιο στα social media και στις καθημερινές μας συζητήσεις. (Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, (APA)). Αυτό έχει αρχικά μια πολύ θετική πλευρά: έχουμε πλέον λέξεις για πράγματα που παλαιότερα δυσκολευόμασταν να περιγράψουμε, και έτσι κάνει την ίδια την επιστήμη της ψυχολογίας περισσότερο προσιτή και κατανοητή.

Το πρόβλημα ωστόσο αρχίζει όταν η λέξη καταλήγει να γίνεται διάγνωση και "ταμπέλα". Όταν κάθε δύσκολη συμπεριφορά γίνεται «τοξικότητα», κάθε διαφωνία «gaslighting» και κάθε άνθρωπος που φέρεται εγωιστικά «narcissist». Είναι άλλο δηλαδή να χρησιμοποιώ μια ψυχολογική έννοια για να καταλάβω κάτι και άλλο να χρησιμοποιώ μια ψυχολογική έννοια για να χαρακτηρίσω κάποιον.

‍Παράδειγμα:

«Είναι narcissist»

Ίσως μία από τις πιο συχνές λέξεις που χρησιμοποιούμε πλέον. Κάποιος συμπεριφέρεται εγωιστικά, θέλει συνεχώς επιβεβαίωση ή δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα συναισθήματα των άλλων και αμέσως εμφανίζεται η διάγνωση: «narcissist». Όμως άλλο είναι να έχει κάποιος κάποια ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά και άλλο να έχει Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Η δεύτερη αφορά ένα ευρύτερο και επίμονο μοτίβο χαρακτηριστικών και δεν μπορεί να συμπεράνει κανείς από έναν καβγά ή μερικές συμπεριφορές.

«Αυτό ήταν gaslighting»

Το gaslighting δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος είπε ψέματα, διαφώνησε μαζί μας ή δεν παραδέχτηκε ότι έκανε κάτι. Περιγράφει ένα συγκεκριμένο μοτίβο χειριστικής συμπεριφοράς, μέσα από το οποίο ένα άτομο προσπαθεί να κάνει τον άλλον να αμφισβητήσει τη μνήμη, την κρίση ή την αντίληψή του για την πραγματικότητα. Αν χρησιμοποιούμε τον όρο για κάθε δυσάρεστη συμπεριφορά, κινδυνεύουμε τελικά να χάσουμε την πραγματική σημασία του.

«Έχω trauma»

Μια δύσκολη ή επώδυνη εμπειρία δεν σημαίνει αυτομάτως ψυχικό τραύμα με την κλινική έννοια. Μπορεί κάτι να μας πλήγωσε, να μας απογοήτευσε ή να μας επηρέασε βαθιά χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να του δώσουμε μια κλινική ονομασία. Και αυτό δεν συνεπάγεται πως η εμπειρία μας είναι λιγότερο σημαντική.

«Έχω attachment issues»

Οι θεωρίες προσκόλλησης είναι πραγματικά χρήσιμες για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους. Στο διαδίκτυο όμως συχνά μετατρέπονται σε ένα είδος γρήγορου τεστ.

«Αργεί να απαντήσει στα μηνύματα; Avoidant attachment.»

«Φοβάμαι ότι θα με αφήσει; Anxious attachment.»

Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Ο τρόπος που συμπεριφέρεται κάποιος σε μία συγκεκριμένη σχέση ή σε μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του δεν αρκεί για να συμπεράνουμε το attachment style του. Η προσκόλληση είναι ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανόησης των σχέσεων, όχι ένα κουίζ που συμπληρώνουμε για τον εαυτό μας ή για τον σύντροφό μας. (PubMedCentral (PMC)).

Γιατί μας αρέσουν τόσο πολύ αυτές οι ταμπέλες;

Μια ετικέτα μπορεί να μας προσφέρει εξήγηση, αίσθηση ελέγχου, ανακούφιση, επιβεβαίωση και έναν τρόπο να οργανώσουμε στο μυαλό μας μια μπερδεμένη εμπειρία. Το «είναι narcissist» είναι πολύ πιο εύκολο να το επεξεργαστεί ο νους μας από το «δεν καταλαβαίνω ακριβώς γιατί συμπεριφέρεται έτσι και δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό για τη σχέση μας». Μια λέξη βάζει τάξη στο χάος. Το να μπορέσουμε να ονομάσουμε κάτι που μας συμβαίνει μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε ότι επιτέλους το καταλαβαίνουμε.

Ωστόσο, η ετικέτα μπορεί πολλές φορές να μας δώσει την αίσθηση ότι καταλάβαμε κάτι, ενώ στην πραγματικότητα απλώς του δώσαμε ένα όνομα.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παγίδα του therapy-speak: να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα της ψυχολογίας χωρίς την πολυπλοκότητα που υπάρχει πίσω από αυτήν. Η ίδια η APA επισημαίνει ότι η διάδοση των ψυχολογικών εννοιών μπορεί να κάνει την ψυχολογία πιο προσιτή, αλλά οι όροι συχνά χρησιμοποιούνται με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό τους νόημα (Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, (APA)).

Όταν η ψυχολογική γλώσσα γίνεται όπλο

Μερικές φορές χρησιμοποιούμε αυτή τη γλώσσα όχι για να καταλάβουμε, αλλά για να κερδίσουμε μια διαφωνία.

«Είσαι toxic.»

«Αυτό που κάνεις είναι manipulation.»

«Δεν σέβεσαι τα boundaries μου.»

Και κάπως έτσι μια συζήτηση που θα μπορούσε να είναι:

«Αυτό που είπες με ενόχλησε. Μπορούμε να το συζητήσουμε;»

μετατρέπεται σε μια μικρή… ψυχολογική διάγνωση.

Το παράδοξο είναι ότι η γλώσσα που δημιουργήθηκε για να μας βοηθήσει να επικοινωνούμε καλύτερα μπορεί τελικά να χρησιμοποιείται για να σταματά την επικοινωνία.

Χρειαζόμαστε λιγότερη ψυχολογία ή καλύτερη ψυχολογία;

Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους. Χρειάζεται να μάθουμε να τους χρησιμοποιούμε με περισσότερη ακρίβεια. Να μπορούμε να πούμε «αυτό με δυσκολεύει» χωρίς να χρειάζεται να χαρακτηρίσουμε τον άλλον. Να μπορούμε να πούμε «αυτή η εμπειρία με επηρέασε» χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να την ονομάσουμε trauma. Και κυρίως, να θυμόμαστε ότι το να κατανοούμε ψυχολογικά μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ούτε ότι πρέπει να τη δικαιολογούμε ούτε ότι πρέπει να τη διαγνώσουμε. Δεν είναι ότι χρειαζόμαστε λιγότερη ψυχολογία στην καθημερινότητά μας. Χρειαζόμαστε περισσότερη ακρίβεια και λιγότερη βιασύνη να βάλουμε τους ανθρώπους σε κουτάκια.

Αυτός άλλωστε είναι και ο στόχος της ψυχολογίας: Να μας βοηθήσει να κατανοούμε τους ανθρώπους γύρω μας, αλλά προτίστως, να κατανοούμε καλύτερα τον εαυτό μας και τις εμπειρίες του.

Μοιραστείτε το